αντρίκειος
Ελληνικά
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
αντρίκειος
- anˈdɾi.cos
यह कहाँ से आया
αντρίκειος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀντρίκειος < ἀνδρίκειος < αρχαία ελληνική ἀνδρικός κατά το γυναίκειος < ἀνήρ
: Κατά το Λεξικό «Τριανταφυλλίδη», αντρικ(ός) + -ειος κατά το γυναίκειος
विशेषण αντρίκειος · αντρίκεια · αντρίκειο · αντρίκειου · αντρίκειας
- που φέρεται με ανδρεία και θάρρος ή χαρακτηρίζεται απ' αυτά (ή από άλλα που θεωρούνται ανδρικά χαρακτηριστικά) Είναι ντόμπρος, με αντρίκειο φέρσιμο, δεν κάνει γυναικουλίστικες πονηριές.
अंग्रेज़ी में
- manly having the characteristics of a man
इस शब्द पर बात करें "αντρίκειος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. αντρίκειος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82 "αντρίκειος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {αντρίκειος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}