αντρούλης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αντρούλης¹

Where it comes from

αντρούλης < άντρ(ας) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης

noun αντρούλης · αντρούληδες · αντρούλη · αντρούληδων

  1. diminutive, χαϊδευτικό για τον σύζυγο ή σύντροφο ο αντρούλης μου κάνει ένα σωρό δουλειές μέσα στο σπίτι
  2. ironic, ειρωνικό για τον σύζυγο άλλης γυναίκας Τον έχει μη στάξει και μη βρέξει τον αντρούλη της, έναν χαραμοφάη, γυναικά, χαρτόμουτρο, ό,τι κουσούρι και να πεις, μέσα θα πέσεις για δαύτον

Αντρούλης²

Where it comes from

Αντρούλης < + -ούλης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

proper noun Αντρούλης · Αντρούληδες · Αντρούλη · Αντρούληδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αντρούλης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντρούλης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82

Chicago

"αντρούλης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντρούλης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}