ανυδρίτης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανυδρίτης
- a.ni.ðɾiˈtis
Where it comes from
ανυδρίτης μαρτυρείται από το 1840 ως ἀνδρίτης (και ἀνυδρῖτις γύψος, θηλυκό) <
:* για τη χημική ένωση: < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anhydride με αλλαγή της κατάληξης -ide (-ίδης) > -ίτης < αρχαία ελληνική ἄνυδρος < ἄν- στερητικό + ὕδωρ
:* για την ορυκτολογία: < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anhydrite < γερμανική Anhydrid
noun ανυδρίτης · ανυδρίτες · ανυδρίτη · ανυδριτών
- χημική ένωση που προκύπτει από άλλη (ή άλλες) με αφαίρεση μορίου νερού
- το ορυκτό «άνυδρος γύψος», «άνυδρο θειικό ασβέστιο»
In English
Talk about this word "ανυδρίτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CE%B4%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανυδρίτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CE%B4%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82 "ανυδρίτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CE%B4%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανυδρίτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CE%B4%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}