ανυποληψία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανυποληψία
- a.ni.po.liˈpsi.a
Where it comes from
ανυποληψία < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀνυποληψία. Δείτε το αρχαίο ὑποληπτός. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό στο ανυπόληπ(τος) + -σία >-ψία.
noun ανυποληψία · ανυποληψίες · ανυποληψίας · ανυποληψιών
- η στάση περιθωριοποίησης από τη μεριά του κοινωνικού συνόλου προς κάποιο άτομο ή ομάδα ατόμων
- η έλλειψη εκτίμησης, υπόληψης
Similar: περιφρόνηση, καταφρόνια, ταπείνωση
Thesaurus
noun
Similar: περιφρόνηση, καταφρόνια, ταπείνωση
In English
Talk about this word "ανυποληψία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ανυποληψία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%AF%CE%B1 "ανυποληψία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανυποληψία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}