ανυπόστατος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανυπόστατος
Where it comes from
ανυπόστατος < (ελληνιστική κοινή) ἀνυπόστατος < α στερητικό και ὑφίστημι ή από το ιωνικό ὑπίστημι
adjective ανυπόστατος · ανυπόστατη · ανυπόστατο · ανυπόστατου · ανυπόστατης
- που δεν έχει υπόσταση, είναι ανύπαρκτος, είναι ψευδής, είναι αναληθής
- που είναι αβάσιμος, αστήριχτος, δεν ευσταθεί, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί (συνήθως για άψυχα και για έννοιες όπως η πληροφορία, το ψέμα, τα στοιχεία) Αυτά είναι ανυπόστατα ψεύδη
Talk about this word "ανυπόστατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανυπόστατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82 "ανυπόστατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανυπόστατος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}