ανόπτηση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανόπτηση
- aˈno.pti.si
Where it comes from
ανόπτηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνόπτη(σις) ήδη από το 1847 (< ανοπτώ < γερμανική ausglühen) + -ση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική annealing ή από τη γαλλική recuit). Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + αρχαία ελληνική ὄπτη(σις) + -ση < → δείτε ὀπτάω και ὀπτῶ
noun ανόπτηση · ανοπτήσεις · ανόπτησης · ανοπτήσεων
- η θέρμανση στερεού μετάλλου ή γυαλιού σε υψηλές θερμοκρασίες και η αργή ψύξη του, έτσι ώστε τα σωματίδια του να διατάσσονται σε ένα καθορισμένο πλέγμα ※ Η επαναλαμβανόμενη ψυχρή σφυρηλασία με ενδιάμεσες ανοπτήσεις για ανακρυστάλλωση γύρω στους 500^οC είναι εντούτοις, η συνήθης τεχνική που χρησιμοποιείται για μπρούτζους μέσης και υψηλής περιεκτικότητας σε κασσίτερο (5-15% Sn) διότι στη διάρκεια της σφυρηλασίας ενδοτραχύνονται ισχυρά και χρειάζονται
In English
- annealing act of heating solid metal or glass
Talk about this word "ανόπτηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ανόπτηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7 "ανόπτηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανόπτηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}