ανύπαντρος
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
ανύπαντρος
מאיפה זה בא
ανύπαντρος < αν- + αρχαία ελληνική ὕπανδρος
שם תואר ανύπαντρος · ανύπαντρη · ανύπαντρο · ανύπαντρου · ανύπαντρης
- που δεν είναι παντρεμένος ※ Με τη σκούπα και το σφουγγαρόπανο ξεπλήρωνε αυτή τη βοήθεια, σαν ψυχοκόρη την είχαν, μπορεί οι ψυχοκόρες να ήταν συνήθως ανύπαντρα κορίτσια από το χωριό, που έβρισκαν ένα κρεβάτι κι ένα πιάτο φαΐ στα καλά σπίτια, τα είπαμε τα ανταλλάγματα, ενώ εκείνη ήταν παντρεμένη με παιδί και δεν έμενε στο νουν
דומה: άγαμος, ανυμέναιος, λόγιο, ανύμφευτος, απάντρευτος, αρχαιοπρεπές, απειρόγαμος · הפך: νυμφευμένος, παντρεμένος, ύπανδρος
מילים נרדפות והפכים
שם תואר
דומה: άγαμος, ανυμέναιος, λόγιο, ανύμφευτος, απάντρευτος, αρχαιοπρεπές, απειρόγαμος · הפך: νυμφευμένος, παντρεμένος, ύπανδρος
באנגלית
לדבר על המילה הזו "ανύπαντρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανύπαντρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82 "ανύπαντρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {ανύπαντρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}