ανύψωση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανύψωση
- aˈni.pso.si
Where it comes from
ανύψωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνύψω(σις) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε (αν-) + ύψωση.
noun ανύψωση · ανυψώσεις · ανύψωσης · ανυψώσεων
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανυψώνω
-
τοποθέτηση πιο ψηλά
Similar: ανέβασμα, μετεωρισμός, σήκωμα, υψωμός, ύψωση
- βελτίωση του ποιοτικού επιπέδου
-
έκφραση καλών λόγων
Similar: εγκωμιασμός, έξαρση, εξύμνηση, εξύψωση, έπαινος, επιδοκιμασία · Opposite: αποδοκιμασία, διαβολή, διασυρμός, επίκριση, κακολογία, κατάκριση, καταλαλιά, μομφή, ψόγος
-
η μετακίνηση όρου μιας δευτερεύουσας πρότασης (όπως το υποκείμενο ή το αντικείμενο) προς την πρόταση από την οποία εξαρτάται
(Χρειάζεται παράδειγμα)
Similar: σχήμα πρόληψης
-
φωνηεντική μεταβολή του /e/ σε [i] ή του /o/ σε [u]
σε νεοελληνικές διαλέκτους: παιδί /peˈði/ > πιδί [piˈði]
Similar: κώφωση
Talk about this word "ανύψωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%88%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ανύψωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%88%CF%89%CF%83%CE%B7 "ανύψωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%88%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανύψωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%88%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}