ανύψωση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανύψωση

  • aˈni.pso.si

Where it comes from

ανύψωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνύψω(σις) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε (αν-) + ύψωση.

noun ανύψωση · ανυψώσεις · ανύψωσης · ανυψώσεων

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανυψώνω
  2. literally, κυριολεκτικά τοποθέτηση πιο ψηλά

    Similar: ανέβασμα, μετεωρισμός, σήκωμα, υψωμός, ύψωση

  3. figuratively, μεταφορικά βελτίωση του ποιοτικού επιπέδου

    Similar: ανέβασμα, βελτίωση

  4. figuratively, μεταφορικά έκφραση καλών λόγων

    Similar: εγκωμιασμός, έξαρση, εξύμνηση, εξύψωση, έπαινος, επιδοκιμασία · Opposite: αποδοκιμασία, διαβολή, διασυρμός, επίκριση, κακολογία, κατάκριση, καταλαλιά, μομφή, ψόγος

  5. γλωσσολογία, γραμματική, σχήμα λόγου η μετακίνηση όρου μιας δευτερεύουσας πρότασης (όπως το υποκείμενο ή το αντικείμενο) προς την πρόταση από την οποία εξαρτάται (Χρειάζεται παράδειγμα)

    Similar: σχήμα πρόληψης

  6. γλωσσολογία φωνηεντική μεταβολή του /e/ σε [i] ή του /o/ σε [u] σε νεοελληνικές διαλέκτους: παιδί /peˈði/ > πιδί [piˈði]

    Similar: κώφωση

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανύψωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%88%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανύψωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%88%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"ανύψωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%88%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανύψωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%88%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}