ανώτερος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανώτερος
Where it comes from
ανώτερος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνώτερος < ἄνω (σε κάποιες περιπτώσεις σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική supérieur)
adjective ανώτερος · ανώτερη · ανώτερο
- …τοπικά
-
…ποσοτικά
Similar: μεγαλύτερος
-
…ποιοτικά
Similar: καλύτερος
- …αξιακά
- …διοικητικά
- …εξελικτικά, αναπτυξιακά ανώτερος οργανισμός
- που ενέχει μεγαλύτερο βαθμό πολυπλοκότητας, δυσκολίας κ.λπ., σε σχέση με κάποιον όμοιο σε κατώτερη βαθμίδα ανώτερη εκπαίδευση
noun ανώτερος · ανώτεροι · ανωτέρου · ανωτέρων · ανώτερο
-
ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου ανώτερος
Similar: προϊστάμενος
In English
Talk about this word "ανώτερος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανώτερος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82 "ανώτερος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανώτερος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}