मिकविन

αξιοθέατο

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

αξιοθέατο

यह कहाँ से आया

αξιοθέατο < ουδέτερο του αξιοθέατος < αρχαία ελληνική ἀξιοθέατος

संज्ञा αξιοθέατο · αξιοθέατα · αξιοθέατου · αξιοθέατων

  1. ενδιαφέρον μνημείο ή ό,τι άλλο αξίζει να επισκεφθεί κάποιος (τουρίστας) σε έναν τόπο Επισκεφθήκαμε τα αξιοθέατα.

विशेषण αξιοθέατο · αξιοθέατα · αξιοθέατου · αξιοθέατων

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του αξιοθέατος
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αξιοθέατος

अंग्रेज़ी में

  • sight something worth seeing

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"αξιοθέατο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CF%84%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αξιοθέατο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CF%84%CE%BF

Chicago

"αξιοθέατο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αξιοθέατο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}