αξιοπρεπής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αξιοπρεπής

  • a.ksi.o.pɾeˈpis

Where it comes from

αξιοπρεπής < αρχαία ελληνική ἀξιοπρεπής

adjective αξιοπρεπής · αξιοπρεπές · αξιοπρεπούς

  1. που διακρίνεται για σωστή συμπεριφορά, σεμνότητα, σοβαρότητα και ευγένεια
  2. επαρκής, ικανοποιητικός ※ Και τώρα προς χάριν αυτής η ελληνική κοινωνία αναγκάζεται να χάσει δικαιώματα στοιχειώδη όπως η προστασία της εργασίας, η αξιοπρεπής σύνταξη, η αξιοπρεπής αμοιβή (για ένα μεγάλο κομμάτι χαμηλόμισθων υπαλλήλων). (*)

Opposite: αναξιοπρεπής

Thesaurus

adjective

Opposite: αναξιοπρεπής

Talk about this word

Cite this
MLA

"αξιοπρεπής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αξιοπρεπής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82

Chicago

"αξιοπρεπής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αξιοπρεπής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}