αξιωματούχος
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
αξιωματούχος
- a.ksi.o.maˈtu.xos
من أين أتت
αξιωματούχος < αξίωμα αξιωματ- + -ούχος. Δείτε και αρχαία ελληνική ἀξίωμα (< έχω)
اسم αξιωματούχος · αξιωματούχοι · αξιωματούχου · αξιωματούχων · αξιωματούχο · αξιωματούχους
- το πρόσωπο που έχει κάποιο αξίωμα, συνήθως σε διοικητική θέση ※ Οι αξιωματούχοι του ΔΝΤ απαιτούν συνήθως από τους δανειζόμενους (τις χώρες) να υιοθετήσουν αντιφατικές νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές για να διορθώσουν τα προβλήματα στο ισοζύγιο πληρωμών τους και να αποπληρώσουν τα δάνεια του ΔΝΤ (Θίοντορ Κοχ, Διεθνής Πολιτική Οικονομία)
مشابه: βαθμούχος, οφικιάλιος, βαθμοφόρος
المرادفات والأضداد
اسم
مشابه: βαθμούχος, οφικιάλιος, βαθμοφόρος
بالإنجليزية
تحدّث عن هذه الكلمة "αξιωματούχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αξιωματούχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82 "αξιωματούχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {αξιωματούχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}