αξιόλογος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αξιόλογος¹
- a.ksiˈo.lo.γos
Where it comes from
αξιόλογος < αρχαία ελληνική ἀξιόλογος < ἄξιος + λόγος
adjective αξιόλογος · αξιόλογη · αξιόλογο · αξιόλογου · αξιόλογης
-
που είναι άξιος λόγου, δηλαδή καλός και σημαντικός σε κάποιον τομέα (ή περισσότερους)
Similar: αξιοσέβαστος, αξιοσημείωτος, διακεκριμένος, διαπρεπής, σημαντικός
-
που έχει κάποια καλά ή αξιομνημόνευτα χαρακτηριστικά
Similar: ενδιαφέρων, αξιομνημόνευτος
Opposite: αναξιόλογος
Αξιόλογος²
Where it comes from
Αξιόλογος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Αξιόλογος · Αξιολόγου · Axiologos
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Opposite: αναξιόλογος
Talk about this word "αξιόλογος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αξιόλογος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82 "αξιόλογος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αξιόλογος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}