αουτσάιντερ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αουτσάιντερ

Where it comes from

αουτσάιντερ < αγγλική outsider

noun αουτσάιντερ

  1. αυτός που στο ξεκίνημα ενός αγώνα έχει θεωρητικά λιγότερες πιθανότητες να νικήσει ※ Ταφόπετρα όχι για το ίδιο το νησί (που τώρα μπορεί να βγάζει και πιο πολλά λεφτά…) αλλά για όλους αυτούς που την είχαν επιλέξει ως ένα μέρος που μπορείς να συνδυάσεις τα πάντα. Το χίπικο, το μποέμικο, το αλητήριο, το γκομενίστικο, το οικογενειακό, το κυριλέ, το ακριβό και το αουτσάιντερ. Πάντα μπο

Opposite: φαβορί

Thesaurus

noun

Opposite: φαβορί

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αουτσάιντερ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αουτσάιντερ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81

Chicago

"αουτσάιντερ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αουτσάιντερ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81},
  urldate = {2026-11-07}
}