απάντηση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απάντηση
- aˈpan.di.si
Where it comes from
απάντηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπάντη(σις) + -ση < ἀπαντάω < ἀπό + ἀντάω
noun απάντηση · απαντήσεις · απάντησης · απαντήσεων
-
προφορική ή γραπτή απόκριση σε ερώτηση, αίτηση, κατηγορία ή ανακοίνωση
Άμεση ήταν η απάντηση του πρωθυπουργού.
Similar: απόκριση
- η λύση προβλήματος Οι απαντήσεις των θεμάτων που δόθηκαν στις εξετάσεις υπάρχουν στο σχολικό βιβλίο.
- η σωστή παράθεση των στοιχείων που ζητούνται με ερώτηση κατά την εξέταση κάποιου σ' έναν τομέα γνώσης ή επιστήμης Οι σωστές απαντήσεις στα θέματα της Ιστορίας απαιτούσαν κριτικές ικανότητες αλλά και γνώσεις.
- αντίδραση κάποιου σε κλήση Χτύπησα την πόρτα επανειλημμένως αλλά απάντηση δεν πήρα.
- αντίδραση σε κάποιον ή κάτι Θα υπάρξει δυναμική απάντηση στις προκλήσεις.
-
το να απαντάται κάτι, συνάντηση
Similar: απάντημα
In English
Talk about this word "απάντηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. απάντηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7 "απάντηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απάντηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}