απάντηση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απάντηση

  • aˈpan.di.si

Where it comes from

απάντηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπάντη(σις) + -ση < ἀπαντάω < ἀπό + ἀντάω

noun απάντηση · απαντήσεις · απάντησης · απαντήσεων

  1. προφορική ή γραπτή απόκριση σε ερώτηση, αίτηση, κατηγορία ή ανακοίνωση Άμεση ήταν η απάντηση του πρωθυπουργού.

    Similar: απόκριση

  2. μαθηματικά η λύση προβλήματος Οι απαντήσεις των θεμάτων που δόθηκαν στις εξετάσεις υπάρχουν στο σχολικό βιβλίο.
  3. η σωστή παράθεση των στοιχείων που ζητούνται με ερώτηση κατά την εξέταση κάποιου σ' έναν τομέα γνώσης ή επιστήμης Οι σωστές απαντήσεις στα θέματα της Ιστορίας απαιτούσαν κριτικές ικανότητες αλλά και γνώσεις.
  4. αντίδραση κάποιου σε κλήση Χτύπησα την πόρτα επανειλημμένως αλλά απάντηση δεν πήρα.
  5. αντίδραση σε κάποιον ή κάτι Θα υπάρξει δυναμική απάντηση στις προκλήσεις.
  6. Demotic, rare, σπάνιο, δημοτική το να απαντάται κάτι, συνάντηση

    Similar: απάντημα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"απάντηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απάντηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"απάντηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απάντηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}