απαίσιος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απαίσιος
- aˈpe.si.os
Where it comes from
απαίσιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπαίσιος (δυσοίωνος, που δίνει κακό σημάδι)
adjective απαίσιος · απαίσια · απαίσιο · απαίσιου · απαίσιας
- που δεν μας αρέσει καθόλου, επειδή είναι άσχημος, φέρεται άσχημα, μας ενοχλεί ※ Πολλές φορές όταν κάθομαι στο μπαλκόνι προσπαθώ να γίνω παρατηρητής των μελλοντικών χρόνων. Εγώ θα 'μαι ένας κωλόγερος των ογδόντα. Θα κάθομαι εδώ, στην ίδια θέση. Η γελάδα απέναντι θα 'χει πεθάνει. Το ρέμα θα 'χει σκεπαστεί και θα 'χει γίνει ένας απαίσιος σε κίνηση γκρίζος δρόμος. (Συλλογικό έργο
Opposite: εξαίσιος
Thesaurus
adjective
Opposite: εξαίσιος
In English
Talk about this word "απαίσιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. απαίσιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82 "απαίσιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απαίσιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}