απαίτηση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απαίτηση
- aˈpe.ti.si
Where it comes from
απαίτηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπαίτη(σις) + -ση. Σημασία 1 < αρχαία ελληνική ἀπαίτησις και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική exigence. Σημασία 2 < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική (An)forderung. Σημασία 3 «οι απαιτήσεις» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική requirements.
noun απαίτηση · απαιτήσεις · απαίτησης · απαιτήσεων
- αυτό που απαιτώ, που ζητώ οπωσδήποτε, επίμονα Έχω την απαίτηση να είστε συνεπείς στις υποχρεώσεις σας.
- το δικαίωμα για διεκδίκηση ή για εκπλήρωση παροχής
- «οι απαιτήσεις» αυτό που απαιτείται, είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να εκτελεστεί σωστά μια εργασία Οι απαιτήσεις των καινούριων λειτουργικών συστημάτων σε τεχνολογικό υλικό είναι πολύ αυξημένες.
- περιουσιακό στοιχείο που ανήκει στο κυκλοφορούν ενεργητικό και εκφράζει πληρωμές σε μετρητά που αναμένει μια οικονομική μονάδα από άλλη οικονομική μονάδα < υπώνυμα: πελάτες (εμπορική απαίτηση)
In English
- demand forceful claim for something
Talk about this word "απαίτηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. απαίτηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7 "απαίτηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απαίτηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}