απαγωγός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απαγωγός

  • a.pa.ɣo.ˈɣos

Where it comes from

απαγωγός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπαγωγός (που απομακρύνει) < ἀπάγω < ἀπό + ἄγω. Αναλύεται σε απ- + -αγωγός

:* για το μηχάνημα εργαστηρίου < απόδοση για την αγγλική fume hood

adjective απαγωγός · απαγωγό · απαγωγού

  1. ανατομία για κάθε μυ που κινεί ένα μέλος μακριά από το σώμα, κάνει κίνηση απαγωγής

Opposite: προσαγωγός

noun απαγωγός · απαγωγοί · απαγωγού · απαγωγών · απαγωγό

  1. χημεία, συσκευή διάταξη για την απομάκρυνση αερίων ή καπνού από ένα εργαστήριο Ο απαγωγός εργαστηρίου προστατεύει τον χώρο και τον χειριστή κατά τη διάρκεια χημικών εφαρμογών που γίνονται στην ειδική επιφάνεια εργασίας με ειδικό τζάμι ασφαλείας

Thesaurus

adjective

Opposite: προσαγωγός

In English

  • fume hood a ventilated compartment in which chemical procedures may be undertaken

Talk about this word

Cite this
MLA

"απαγωγός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απαγωγός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82

Chicago

"απαγωγός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απαγωγός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}