απαγόρευση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απαγόρευση

Where it comes from

απαγόρευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπαγόρευ(σις) + -ση

noun απαγόρευση · απαγορεύσεις · απαγόρευσης · απαγορεύσεων

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απαγορεύω ※ Η εξουσία οφείλει να δρα και να αποφασίζει ως αμέτοχη και «ουδέτερη». Για πρώτη φορά, η εγγενής και ανεξέλεγκτη εξουσιαστική βουλησιαρχία έπρεπε να τεθεί σε νοηματική και αξιακή απαγόρευση. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, εκδ. Καστανιώτη, 2014)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"απαγόρευση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απαγόρευση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7

Chicago

"απαγόρευση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απαγόρευση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}