απαιτητικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απαιτητικός

Where it comes from

απαιτητικός < απαιτητής + -ικός

adjective απαιτητικός · απαιτητική · απαιτητικό · απαιτητικού · απαιτητικής

  1. που όλο και ζητά κάτι (ίσως με ενοχλητικό τρόπο), επίμονος
  2. για κατάσταση ή πράγμα του οποίου ή αντιμετώπιση ή η απασχόληση μαζί του χρειάζεται περισσότερη προσοχή, φροντίδα, σκέψη ή πόρους από ό,τι συνήθως
  3. για άνθρωπο που έχει ειδικές γνώσεις ή υψηλή μόρφωση κι επομένως δεν ικανοποιείται τόσο εύκολα όσο άλλοι

In English

  • demanding requiring much endurance, strength, or patience

Talk about this word

Cite this
MLA

"απαιτητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απαιτητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"απαιτητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απαιτητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}