απαιτητικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απαιτητικός
Where it comes from
απαιτητικός < απαιτητής + -ικός
adjective απαιτητικός · απαιτητική · απαιτητικό · απαιτητικού · απαιτητικής
- που όλο και ζητά κάτι (ίσως με ενοχλητικό τρόπο), επίμονος
- για κατάσταση ή πράγμα του οποίου ή αντιμετώπιση ή η απασχόληση μαζί του χρειάζεται περισσότερη προσοχή, φροντίδα, σκέψη ή πόρους από ό,τι συνήθως
- για άνθρωπο που έχει ειδικές γνώσεις ή υψηλή μόρφωση κι επομένως δεν ικανοποιείται τόσο εύκολα όσο άλλοι
In English
- demanding requiring much endurance, strength, or patience
Talk about this word "απαιτητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. απαιτητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "απαιτητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απαιτητικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}