απανέμι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απανέμι

  • a.paˈne.mi

Where it comes from

απανέμι < υποθετικός μεσαιωνικός τύπος *ὑπηνέμιν, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ὑπηνέμιος (αρχαία ελληνική). Δείτε επίσης, απανεμιά και το ελληνιστικό ἀπήνεμος.

noun απανέμι · απανέμια · απανεμιού · απανεμιών

  1. άλλη μορφή του απανεμιά: τόπος προφυλαγμένος από ανέμους, απάνεμος τόπος ※ Λίγο πριν σουρουπώσει, φθάνει στον όρμο Τσάγανο, στ' ανοιχτά της Ατσίτσας. Ρίχνει τα δίχτυα, τραβιέται σ' ένα απανέμι, ασφαλίζει την άγκυρα και χώνεται στ' αμπάρι, σε μια αυτοσχέδια κουκέτα κοντά στη μηχανή. (Κερασία Καραλή, Σκύρος ανεμόεσσα: Το νησί στη λογοτεχνία, Εκδ. Γαβριηλίδης, 2006, σελ. 15

Talk about this word

Cite this
MLA

"απανέμι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BC%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απανέμι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BC%CE%B9

Chicago

"απανέμι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BC%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απανέμι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BC%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}