απαρέμφατο

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

απαρέμφατο

  • a.paˈɾeɱ.fa.to

De unde vine

απαρέμφατο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπαρέμφατον < αρχαία ελληνική ἀπαρέμφατος (αφανέρωτος) < ἀ- στερητικό + παρεμφαίνω.

substantiv απαρέμφατο · απαρέμφατα · απαρεμφάτου · απαρέμφατου · απαρεμφάτων

  1. γραμματική ρηματικός τύπος που δε φανερώνει το υποκείμενο ή τον αριθμό, αλλά μόνον τον ρηματικό χρόνο και την ρηματική έγκλιση Το «δηλοῦν» είναι αρχαίο απαρέμφατο ενεστώτα της ενεργητικής φωνής του ρήματος δηλόω-δηλῶ.

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"απαρέμφατο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AD%CE%BC%CF%86%CE%B1%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απαρέμφατο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AD%CE%BC%CF%86%CE%B1%CF%84%CE%BF

Chicago

"απαρέμφατο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AD%CE%BC%CF%86%CE%B1%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απαρέμφατο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AD%CE%BC%CF%86%CE%B1%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}