απαρατήρητος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απαρατήρητος
Where it comes from
απαρατήρητος < α- + παρατηρώ + -τος
adjective απαρατήρητος · απαρατήρητη · απαρατήρητο · απαρατήρητου · απαρατήρητης
- που δεν τον έχει δει κανείς, δεν τον έχει παρατηρήσει
- που δεν τον προσέχει κανείς, δεν του δίνει σημασία ※ Άλλοι όμως, πεισμωμένοι στην απιστία τους, βλέποντας τις αδελφές του Λαζάρου παραζαλισμένες από την ανέλπιστη χαρά τους, επωφελήθηκαν από τη γενική σύγχιση και έφυγαν απαρατήρητοι. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού. Κεφάλαιο ΜΒ, Λάζαρος, 1925)
Opposite: παρατηρημένος
Thesaurus
adjective
Opposite: παρατηρημένος
In English
- unnoticed not noticed
- unobserved not seen or observed
Talk about this word "απαρατήρητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. απαρατήρητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82 "απαρατήρητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απαρατήρητος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}