ميكوين

απαρηγόρητος

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

απαρηγόρητος

من أين أتت

απαρηγόρητος < αρχαία ελληνική ἀπαρηγόρητος < ἀ- στερητικό + παρηγορέω + -τος

صفة απαρηγόρητος · απαρηγόρητη · απαρηγόρητο · απαρηγόρητου · απαρηγόρητης

  1. που δεν μπορεί εύκολα να παρηγορηθεί, να ησυχάσει, να σταματήσει να θρηνεί, να κλαίει κλπ ※ Πήγαινα κοντά του να τον παρηγορήσω αλλά ήταν απαρηγόρητος. (Γιάννης Γουδέλης, Τα μάτια της δίδυμης)

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"απαρηγόρητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απαρηγόρητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"απαρηγόρητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απαρηγόρητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}