απασχολώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απασχολώ

Where it comes from

απασχολώ < ελληνιστική κοινή ἀπασχολέω / ἀπασχολῶ < ἀπό + αρχαία ελληνική ἀσχολέω < ἀ- + σχολή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seǵhe- / *sǵhē- (κρατώ, έχω, κατέχω)

verb απασχολώ · απασχολούσα · απασχολήσω · απασχόλησα · απασχολούμαι · απασχολημένος

  1. προσφέρω σε κάποιον εργασία, απασχόληση απασχολεί στην επιχείρησή του πέντε υπαλλήλους
  2. διακόπτω κάποιον από την ασχολία του, την εργασία του, και στρέφω την προσοχή του προς (τον κάνω να ασχοληθεί με) κάτι ξένο προς αυτήν Μην απασχολείτε τον οδηγό

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"απασχολώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απασχολώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CF%8E

Chicago

"απασχολώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απασχολώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}