απειλή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απειλή

Where it comes from

απειλή < αρχαία ελληνική ἀπειλή

noun απειλή · απειλές · απειλής · απειλών

  1. ενδεχόμενη ζημιά, σωματική ή άλλη βλάβη που θα προκαλέσει κάποιος αν ο στόχος του δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του η απειλή της απεργίας των εργαζομένων ήταν αρκετή ώστε να γίνουν δεκτά τα αιτήματα τους από την εργοδοσία
  2. μια δυσάρεστη εξέλιξη που μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν αλλάξει κάτι κοιτάζαμε τα μαύρα σύννεφα που έφεραν την απειλή βροχής
  3. οτιδήποτε γίνεται αντιληπτό ως κίνδυνος μάθαμε από καιρό να ζούμε υπό την απειλή σεισμών

In English

  • threat expression of intent to injure or punish another

Talk about this word

Cite this
MLA

"απειλή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απειλή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%AE

Chicago

"απειλή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απειλή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}