απειλή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απειλή
Where it comes from
απειλή < αρχαία ελληνική ἀπειλή
noun απειλή · απειλές · απειλής · απειλών
- ενδεχόμενη ζημιά, σωματική ή άλλη βλάβη που θα προκαλέσει κάποιος αν ο στόχος του δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του η απειλή της απεργίας των εργαζομένων ήταν αρκετή ώστε να γίνουν δεκτά τα αιτήματα τους από την εργοδοσία
- μια δυσάρεστη εξέλιξη που μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν αλλάξει κάτι κοιτάζαμε τα μαύρα σύννεφα που έφεραν την απειλή βροχής
- οτιδήποτε γίνεται αντιληπτό ως κίνδυνος μάθαμε από καιρό να ζούμε υπό την απειλή σεισμών
In English
- threat expression of intent to injure or punish another
Talk about this word "απειλή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. απειλή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%AE "απειλή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απειλή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}