απειρότητα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απειρότητα

Where it comes from

απειρότητα < μεσαιωνική ελληνική ἀπειρότης < αρχαία ελληνική ἄπειρος < πεῖρα

noun απειρότητα · απειρότητες · απειρότητας · απειροτήτων

  1. formal, λόγιο η ιδιότητα ή κατάσταση που χαρακτηρίζει κάτι χωρίς όρια ή τέλος, κάτι που εκτείνεται πέρα από κάθε μέτρο ή περιορισμό, είτε στον χώρο, τον χρόνο, είτε στην έννοια

Talk about this word

Cite this
MLA

"απειρότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απειρότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"απειρότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απειρότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}