απελατίκι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απελατίκι
Where it comes from
απελατίκι < (ελληνιστική κοινή) < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀπελαύνω < ἀπό + ἐλαύνω
noun απελατίκι · απελατίκια · απελατικιού · απελατικιών
- επιθετικό όπλο της Βυζαντινής περιόδου χρησιμοποιούμενο κυρίως από τους ακρίτες και τους απελάτες. Ήταν φτιαγμένο από μέταλλο και το άκρο του αποτελούνταν από μεταλλική σφαίρα, λεία ή με καρφιά. Ο ρόλος του ήταν να τραυματίζει τον αντίπαλο με ένα καίριο κτύπημα στο κεφάλι (κεφαλοθραύστης) ή να προκαλεί ζημιά στον αμυντικό του εξοπλισμό. Το όπλο απεικονίζεται σε πολλές βυζαντινές μικρογραφίες και σε μερικές εικόνες Αγίων, ειδικά αυτές του Αγίου Δημητρίου και Θεοδώρου του Τήρωνος. Σύμφωνα με το ακριτικό τραγούδι του Θεοφύλακτου, προστάτης του όπλου ήταν ο Άγιος Μάμας.
In English
- mace weapon
Talk about this word "απελατίκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. απελατίκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BA%CE%B9 "απελατίκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απελατίκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}