απεραντοσύνη
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
απεραντοσύνη
어원
απεραντοσύνη < απέραντ(ος) + -οσύνη
명사 απεραντοσύνη · απεραντοσύνες · απεραντοσύνης · απεραντοσυνών
-
το να είναι κάποιος απέραντος, η ιδιότητα του απέραντου
※ Απάνω στο κατάστρωμα του βαποριού, ακουμπισμένοι στο πρυμιό παραπέτο, ο Αντώνης με τον Κωνσταντή αγναντεύουν τη γαλάζια απεραντοσύνη, που ξανοίγεται μπροστά στα μάτια τους. (Τάκης Αδάμος Καφεζυθεστιατόριον «Η Μεγάλη Ελλάς» [διήγημα] στο βιβλίο Για μια άσπρη μέρα: διηγήματα, 1981)
비슷한 말: ατερμοσύνη
영어로
- boundlessness the property of being boundless
이 단어에 대해 이야기하기 "απεραντοσύνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. απεραντοσύνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7 "απεραντοσύνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {απεραντοσύνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}