απευθείας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απευθείας

Where it comes from

απευθείας < (ελληνιστική κοινή) ἀπ΄ εὐθείας

adverb απευθείας

  1. για κίνηση που κατευθύνεται σε έναν προορισμό χωρίς να μεσολαβήσουν ενδιάμεσοι σταθμοί το δρομολόγιο των 6.00 πηγαίνει απευθείας στη Θεσσαλονίκη και έτσι θα κερδίσετε σημαντικό χρόνο
  2. για ενέργεια που γίνεται χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ενδιάμεσος παράγοντας, άνθρωπος ή άλλη ενέργεια έλυσε τις ασκήσεις του απευθείας στο τετράδιο, χωρίς να χρησιμοποιήσει πρόχειρο
  3. για μετάδοση ενός γεγονότος από ραδιοτηλεοπτικά μέσα ζωντανά, όχι μαγνητοσκοπημένα θα παρακολουθήσουμε τον τελικό σε απευθείας σύνδεση από το Ολυμπιακό Στάδιο
  4. διαδίκτυο, για μετάδοση ενός γεγονότος διαδικτυακά live streaming: που μεταδίδεται ζωντανά, όχι μαγνητοσκοπημένα (βλ. ζωντανή ροοθήκευση)

In English

  • direct straight, constant, without interruption
  • directly soon; next; when it becomes convenient

Talk about this word

Cite this
MLA

"απευθείας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CE%AF%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απευθείας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CE%AF%CE%B1%CF%82

Chicago

"απευθείας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CE%AF%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απευθείας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CE%AF%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}