απευθείας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απευθείας
Where it comes from
απευθείας < (ελληνιστική κοινή) ἀπ΄ εὐθείας
adverb απευθείας
- για κίνηση που κατευθύνεται σε έναν προορισμό χωρίς να μεσολαβήσουν ενδιάμεσοι σταθμοί το δρομολόγιο των 6.00 πηγαίνει απευθείας στη Θεσσαλονίκη και έτσι θα κερδίσετε σημαντικό χρόνο
- για ενέργεια που γίνεται χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ενδιάμεσος παράγοντας, άνθρωπος ή άλλη ενέργεια έλυσε τις ασκήσεις του απευθείας στο τετράδιο, χωρίς να χρησιμοποιήσει πρόχειρο
- ζωντανά, όχι μαγνητοσκοπημένα θα παρακολουθήσουμε τον τελικό σε απευθείας σύνδεση από το Ολυμπιακό Στάδιο
- live streaming: που μεταδίδεται ζωντανά, όχι μαγνητοσκοπημένα (βλ. ζωντανή ροοθήκευση)
In English
Talk about this word "απευθείας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CE%AF%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. απευθείας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CE%AF%CE%B1%CF%82 "απευθείας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CE%AF%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απευθείας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CE%AF%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}