απιστία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απιστία
- a.pisˈti.a
Where it comes from
απιστία < αρχαία ελληνική ἀπιστία
noun απιστία · απιστίες · απιστίας · απιστιών
- η έλλειψη πίστης, όπως θρησκευτικής, συζυγικής ※ Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε ένα καινούργιο σλόγκαν: «συναισθηματική απιστία». Θεωρείται ό,τι πιο προχωρημένο στο σύγχρονο λεξικό της απιστίας. Συνήθως χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει πως η προδοσία δεν συνεπάγεται τη σεξουαλική επαφή, αλλά, μάλλον, μια ανάρμοστη συναισθηματική εγγύτητα η οπο
- το αδίκημα του δημοσίου υπαλλήλου που με δόλο μειώνει τη δημοσία περιουσία κατά την είσπραξη και διαχείριση των φόρων ή άλλων προσόδων
In English
- breach of trust Translations
Talk about this word "απιστία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. απιστία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1 "απιστία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απιστία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}