απλογραφία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απλογραφία
Where it comes from
απλογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική haplography < αρχαία ελληνική ἁπλοῦς + γράφω
: για τη λογιστική < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική single-entry
: Μορφολογικά αναλύεται σε απλο- + -γραφία
noun απλογραφία · απλογραφίες · απλογραφίας · απλογραφιών
-
μέθοδος τήρησης λογιστικών βιβλίων με απλή χρονολογική καταγραφή των οικονομικών στοιχείων και πράξεων
Opposite: διπλογραφία
- η αντιγραφή κάποιων στοιχείων ενός κειμένου ή χειρογράφου μία φορά από κάποιον αντιγραφέα, ενώ θα έπρεπε να γραφούν δύο φορές
In English
- haplography accidental omission
- single-entry describing a method of bookkeeping
Talk about this word "απλογραφία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. απλογραφία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1 "απλογραφία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απλογραφία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}