αποανάπτυξη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποανάπτυξη

  • a.po.aˈna.pti.ksi

Where it comes from

αποανάπτυξη < απο- + ανάπτυξη

noun αποανάπτυξη · αποαναπτύξεις · αποανάπτυξης · αποαναπτύξεων

  1. neologism, νεολογισμός, οικονομία, πολιτική πολιτικό κίνημα που αμφισβητεί την οικονομική ανάπτυξη θεωρώντας την ως πηγή κοινωνικών διαφορών και περιβαλλοντικών ζημιών ※ Η αποανάπτυξη, ακόμη και με τη στενή έννοια της μείωσης της κλίμακας της υλικής οικονομίας, είναι απίθανο να είναι συμβατή με τον καπιταλισμό, γιατί ο βασικός κινητήρας του είναι η ανάπτυξη που δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την απόδοση και την επέκταση. (Γιώργος Κολέμπας, Μια μετάβαση πέρα από την

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποανάπτυξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%85%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποανάπτυξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%85%CE%BE%CE%B7

Chicago

"αποανάπτυξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%85%CE%BE%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποανάπτυξη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%85%CE%BE%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}