αποβάθρα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποβάθρα
Where it comes from
αποβάθρα < αρχαία ελληνική ἀποβάθρα
noun αποβάθρα · αποβάθρες · αποβάθρας · αποβαθρών
- ειδικά διαμορφωμένος χώρος σε λιμάνια και σιδηροδρομικούς σταθμούς για την αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών του συγκεκριμένου μέσου μεταφοράς, καθώς και η φόρτωση -εκφόρτωση εμπορευμάτων ※ Παρ'όλο που ήταν γιορτή για τους ορθοδόξους, όλοι όσοι είχαν αλισβερίσι με το λιμάνι, ήταν στην αποβάθρα απ'το πρωί, γιατί οι ανάγκες των καραβιών δε σταματούσαν ποτέ. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκης, 2016)
In English
Talk about this word "αποβάθρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αποβάθρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CF%81%CE%B1 "αποβάθρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποβάθρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}