米克温

αποδοκιμαστικός

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

αποδοκιμαστικός

它从哪里来

αποδοκιμαστικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀποδοκιμάζω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική désapprobateur)

形容词 αποδοκιμαστικός · αποδοκιμαστική · αποδοκιμαστικό · αποδοκιμαστικού · αποδοκιμαστικής

  1. που αποδοκιμάζει

相近词: επικριτικός · 反义词: επιδοκιμαστικός

同义词与反义词

形容词

相近词: επικριτικός · 反义词: επιδοκιμαστικός

讨论这个词

引用
MLA

"αποδοκιμαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποδοκιμαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αποδοκιμαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποδοκιμαστικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}