αποζητώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποζητώ
Where it comes from
αποζητώ < μεσαιωνική ελληνική αποζητώ < απο- + ζητώ
verb αποζητώ
- ζητώ κάτι με μεγάλη ένταση, λαχταρώ ※ Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.
- αναζητώ
- επιθυμώ
Talk about this word "αποζητώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B6%CE%B7%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. αποζητώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B6%CE%B7%CF%84%CF%8E "αποζητώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B6%CE%B7%CF%84%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποζητώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B6%CE%B7%CF%84%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}