αποθήκη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποθήκη
- a.poˈθi.ci
Where it comes from
αποθήκη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποθήκη. Μορφολογικά, δείτε (από) απο- + -θήκη
noun αποθήκη · αποθήκες · αποθήκης · αποθηκών
- χώρος (κτίριο ή μέρος κτιρίου) όπου φυλάσσονται αντικείμενα, όπως εργαλεία, αγαθά ή εμπορεύματα, για την περίοδο που δεν είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν ※ H διαδικασία αφορά την υπαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε καθεστώς Τελωνειακής Αποταμίευσης από τη στιγμή της υποβολής της διασάφησης έως την απελευθέρωση και τη μεταφορά των εμπορευμάτων στην αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης. (Υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, 09/04/202
- κατάστημα χονδρικής πώλησης
- στρατιωτική μονάδα ανεφοδιασμού
In English
- repository a location for storage, often for safety or preservation
- shed temporary structure to shelter something
- warehouse a place for storing large amounts of products
- store place where items may be kept
- storehouse building for keeping goods of any kind
- storeroom room used for storage
Talk about this word "αποθήκη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αποθήκη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7 "αποθήκη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποθήκη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}