αποθαρρύνω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποθαρρύνω

  • a.po.θaˈɾi.no

Where it comes from

αποθαρρύνω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀποθαρρύνω (διαφορετικό από το ελληνιστικό ἀποθαρρύνω (ενθαρρύνω) & μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική décourager. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + το αρχαίο θαρρύνω. Για τη διαφοροποίηση της σημασία στη νέα δημιουργία της λέξης, → δείτε καθαρεύουσα ἀποθαρρύνω

verb αποθαρρύνω · αποθάρρυνα · αποθαρρύνομαι · αποθαρρύνθηκα · αποθαρρυμένος

  1. κάνω, οδηγώ κάποιον στο να χάσει το θάρρος του στο να κάνει κάτι ή να χάσει την αισιοδοξία του για κάτι άλλες μορφές: αποθαρρώ, αποθαρρεύω

Similar: αποκαρδιώνω, απελπίζω · Opposite: ενθαρρύνω, εγκαρδιώνω, αναθαρρύνω

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποθαρρύνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%8D%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποθαρρύνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%8D%CE%BD%CF%89

Chicago

"αποθαρρύνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%8D%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποθαρρύνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%8D%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}