αποθεματικό
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
αποθεματικό
Από πού έρχεται
αποθεματικό < → λείπει η ετυμολογία
ουσιαστικό αποθεματικό · αποθεματικά · αποθεματικού · αποθεματικών
- το κεφάλαιο που σχηματίζεται από τα καθαρά κέρδη μιας επιχείρησης για την κάλυψη ενδεχομένων ζημιών
Στα αγγλικά
- reserve finance: funds kept on hand
Συζήτησε αυτή τη λέξη "αποθεματικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. αποθεματικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "αποθεματικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {αποθεματικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}