αποικία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποικία

  • a.piˈci.a

Where it comes from

αποικία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποικία. Νεότερες σημασίες από την γαλλική colonie, αγγλική colony < λατινική colonia. Συγχρονικά αναλύεται σε απ- + οίκ(ος) + -ία.

noun αποικία · αποικίες · αποικίας · αποικιών

  1. πόλη ή κράτος ή περιοχή που ιδρύεται από άλλη πόλη ή κράτος σε μακρινό τόπο ※ 2002 Ρούσσος Βρανάς, Η άχρονη χώρα, εκδ. Ποταμός, 2002, σελ. 22
  2. ιστορία, στην αρχαία ιστορία νέα πόλη που ιδρύεται σε ξένη γη από κατοίκους μιας άλλης πόλης (της μητρόπολης) που μετακινούνται οργανωμένα για τον σκοπό αυτό· η νέα πόλη ήταν ανεξάρτητο κράτος, που διατηρούσε όμως θρησκευτικούς και συναισθηματικούς δεσμούς με την μητρόπολή της Οι Συρακούσες της Σικελίας ήταν αποικία των Κορινθίων.
  3. ιστορία, στην νεότερη ιστορία χώρα εκτός Ευρώπης που κατακτήθηκε από ευρωπαϊκό κράτος και εγκαταστάθηκαν σ' αυτήν Ευρωπαίοι κάτοικοι, οι οποίοι είτε βαθμιαία έγιναν η πλειοψηφία του πληθυσμού είτε παρέμειναν μειοψηφία κρατώντας όμως στα χέρια τους την διοίκηση και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές ως εκπρόσωποι της χώρας καταγωγής τους Η Μοζαμβίκη ήταν αποικία της Πορτογαλίας μέχρι το 1975.
  4. βιολογία πολυκυτταρικός οργανισμός χωρίς δομή, ή με πολύ απλοϊκή δομή Θεωρητικά μια αποικία κυττάρων δεν αποτελείται από επιμέρους οργανίδια, όμως εκτενέστερες μελέτες απέδειξαν ότι το όριο μεταξύ αποικιών και σύνθετων οργανισμών δεν είναι σαφώς διακριτό.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποικία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποικία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αποικία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποικία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}