αποικιακός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποικιακός

Where it comes from

αποικιακός < αποικία

adjective αποικιακός · αποικιακή · αποικιακό · αποικιακού · αποικιακής

  1. που αναφέρεται στις ή προέρχεται από τις αποικίες ※ Ο λόγος περί οριενταλισμού – ενός καλλιτεχνικού κινήματος, το οποίο έφτασε στο αποκορύφωμά του τον 19ο αιώνα σχεδόν ταυτόχρονα με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την άνοδο των γαλλικών και βρετανικών αποικιακών φιλοδοξιών στον αραβόφωνο κόσμο – που έφερε τις περιοχές που βρίσκονται νοτ
  2. αρχιτεκτονική κτίσμα με αποικιακή αναφορά
  3. βιολογία που αφορά κυτταρικές αποικίες

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποικιακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποικιακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αποικιακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποικιακός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}