αποικιακός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποικιακός
Where it comes from
αποικιακός < αποικία
adjective αποικιακός · αποικιακή · αποικιακό · αποικιακού · αποικιακής
- που αναφέρεται στις ή προέρχεται από τις αποικίες ※ Ο λόγος περί οριενταλισμού – ενός καλλιτεχνικού κινήματος, το οποίο έφτασε στο αποκορύφωμά του τον 19ο αιώνα σχεδόν ταυτόχρονα με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την άνοδο των γαλλικών και βρετανικών αποικιακών φιλοδοξιών στον αραβόφωνο κόσμο – που έφερε τις περιοχές που βρίσκονται νοτ
- κτίσμα με αποικιακή αναφορά
- που αφορά κυτταρικές αποικίες
In English
- colonial of or pertaining to a colony
Talk about this word "αποικιακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αποικιακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82 "αποικιακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποικιακός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}