αποκάλυψη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποκάλυψη¹
- a.poˈka.li.psi
Where it comes from
αποκάλυψη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποκάλυψις < αρχαία ελληνική ἀποκαλύπτω + -σις > -ψις > -ψη
noun αποκάλυψη · αποκαλύψεις · αποκάλυψης · αποκαλύψεων
- αφαίρεση του καλύμματος, ξεσκέπασμα
- ανακάλυψη και ανακοίνωση άγνωστων στοιχείων ※ Η κοινωνική μηχανική είναι μια στρατηγική που χρησιμοποιείται από άτομα ή ομάδες για τη χειραγώγηση και την εξαπάτηση ανθρώπων με σκοπό την αποκάλυψη ευαίσθητων πληροφοριών ή την εκτέλεση ενεργειών που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλειά τους. Βασίζεται στην ψυχολογία και την ανθρώπινη συμπεριφορά και
- εκμυστήρευση ή ομολογία
- η φανέρωση θείων, ιερών μυστικών στους ανθρώπους
Opposite: συγκάλυψη
Αποκάλυψη²
proper noun Αποκάλυψη
- το τελευταίο βιβλίο της Βίβλου, που αποτελείται από είκοσι δύο κεφάλαια, το οποίο λέει για το τέλος του χρόνου και την καταστροφή των ασεβών.
Thesaurus
noun
Opposite: συγκάλυψη
In English
- revelation the act of revealing or disclosing
- apocalypse revealing or revelation
- Apocalypse book of the Bible
- Revelation book of Bible
Talk about this word "αποκάλυψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αποκάλυψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7 "αποκάλυψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποκάλυψη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}