ミクウィン

αποκαθίσταμαι

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

αποκαθίσταμαι

由来

αποκαθίσταμαι < αρχαία ελληνική ἀποκαθίσταμαι, μέση φωνή του ἀποκαθίστημι

動詞 αποκαθίσταμαι · αποκατασταθώ · αποκαταστάθηκα · αποκατεστημένος

  1. για ανθρώπους με αποκαθιστούν ή με δικές μου πρωτοβουλίες ξαναβρίσκω τη θέση που είχα παλιότερα στα μάτια κάποιου/κάποιων ή την κοινωνική μου υπόληψη (αν είχε θιγεί), την δουλειά μου (αν είχα υποβιβαστεί), το βαθμό μου (αν μου είχε αφαιρεθεί), κοινωνικά (όταν έχω εκτεθεί ενώ ήμουν αθώος καταγγελιών), επανορθώνεται π.χ. μία αδικία
  2. γ΄ πρόσωπο, για πράγματα διορθώνεται, επισκευάζεται κάτι Αποκαθίσταται το μνημείο, το διατηρητέο κτήριο, το κύρος, η υπόληψη, η αλήθεια, η υγεία, η κυκλοφορία στους δρόμους, η τάξη, η ηρεμία, η τηλεφωνική επικοινωνία, η βλάβη κ.λπ.

この単語について話す

引用する
MLA

"αποκαθίσταμαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

αποκαθίσταμαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"αποκαθίσταμαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποκαθίσταμαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-08}
}