αποκαλύπτω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποκαλύπτω
Where it comes from
αποκαλύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποκαλύπτω < ἀπό + καλύπτω
verb αποκαλύπτω · αποκάλυψα · αποκαλύπτομαι · αποκαλύφθηκα/-φτηκα · απεκαλύφθηγ΄πρόσωπο · αποκαλυμμένος
- κάνω κάτι ορατό αφαιρώντας το κάλυμμα ή οτιδήποτε άλλο το έκρυβε ο μάγος άνοιξε το κουτί, αποκαλύπτοντας το περιεχόμενο του
- φανερώνω κάτι που ήταν κρυμμένο ή μυστικό ή που δεν ήταν γνωστό σε αυτούς στους οποίους γίνεται τώρα αντιληπτό, φέρνω κάτι στο φως το ρεπορτάζ αποκαλύπτει κι άλλες πληροφορίες για το σκάνδαλο
In English
Talk about this word "αποκαλύπτω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αποκαλύπτω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89 "αποκαλύπτω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποκαλύπτω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}