αποκατάσταση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποκατάσταση

  • a.po.kaˈta.sta.si

Where it comes from

αποκατάσταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποκατάστασις + -ση

noun αποκατάσταση · αποκαταστάσεις · αποκατάστασης · αποκαταστάσεων

  1. η ενέργεια με την οποία κάτι που υπέστη ζημιά ή βλάβη επανέρχεται στην προηγούμενη καλή κατάσταση Η αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο σεισμός.
  2. η ενέργεια με την οποία κάποιος που έχασε άδικα ή παράνομα τη θέση του (π.χ εξαιτίας μιας δικτατορίας) αποκτά ξανά τα δικαιώματα που έχασε
  3. dated, παρωχημένο ο γάμος, ιδιαίτερα ενός κοριτσιού, με την έννοια της εκπλήρωσης της υποχρέωσης που είχε η οικογένεια Παλιότερα συνηθιζόταν να μην παντρεύεται το αγόρι, αν δεν είχε προηγουμένως εξασφαλίσει την αποκατάσταση της αδελφής του.
  4. η οικονομική εξασφάλιση ※ Μια νέα εκπαιδευτική δομή ξυλοναυπηγικής, θα λειτουργήσει, από τη νέα εκπαιδευτική χρονιά, στο Μουσείο Ναυπηγικών και Ναυτικών Τεχνών Αιγαίου, στη Σάμο, με στόχο τη διαφύλαξη και ανάπτυξη μια τέχνης που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελληνική ταυτότητα, τη βιώσιμη ανάπτυξή της και την επαγγελματ
  5. γλωσσολογία η επιστημονική υπόθεση για την αρχική μορφή λέξεων, για τύπους λέξεων από νεκρές γλώσσες που δεν μαρτυρούνται από κάποια γραπτή πηγή

Similar: επιδιόρθωση

Thesaurus

noun

Similar: επιδιόρθωση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποκατάσταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποκατάσταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"αποκατάσταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποκατάσταση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}