αποκατάσταση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποκατάσταση
- a.po.kaˈta.sta.si
Where it comes from
αποκατάσταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποκατάστασις + -ση
noun αποκατάσταση · αποκαταστάσεις · αποκατάστασης · αποκαταστάσεων
- η ενέργεια με την οποία κάτι που υπέστη ζημιά ή βλάβη επανέρχεται στην προηγούμενη καλή κατάσταση Η αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο σεισμός.
- η ενέργεια με την οποία κάποιος που έχασε άδικα ή παράνομα τη θέση του (π.χ εξαιτίας μιας δικτατορίας) αποκτά ξανά τα δικαιώματα που έχασε
- ο γάμος, ιδιαίτερα ενός κοριτσιού, με την έννοια της εκπλήρωσης της υποχρέωσης που είχε η οικογένεια Παλιότερα συνηθιζόταν να μην παντρεύεται το αγόρι, αν δεν είχε προηγουμένως εξασφαλίσει την αποκατάσταση της αδελφής του.
- η οικονομική εξασφάλιση ※ Μια νέα εκπαιδευτική δομή ξυλοναυπηγικής, θα λειτουργήσει, από τη νέα εκπαιδευτική χρονιά, στο Μουσείο Ναυπηγικών και Ναυτικών Τεχνών Αιγαίου, στη Σάμο, με στόχο τη διαφύλαξη και ανάπτυξη μια τέχνης που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελληνική ταυτότητα, τη βιώσιμη ανάπτυξή της και την επαγγελματ
- η επιστημονική υπόθεση για την αρχική μορφή λέξεων, για τύπους λέξεων από νεκρές γλώσσες που δεν μαρτυρούνται από κάποια γραπτή πηγή
Similar: επιδιόρθωση
Thesaurus
noun
Similar: επιδιόρθωση
In English
- reparation renewing or restoring
- apocatastasis the doctrine that an apocalypse will lead to the remaking of the world rather th
- reconstruction act of restoring
- restoration the process of bringing an object back to its original state
- rehabilitation process
Talk about this word "αποκατάσταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αποκατάσταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7 "αποκατάσταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποκατάσταση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}