αποκατεστημένος
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
αποκατεστημένος
من أين أتت
αποκατεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποκαθιστώ
فعل αποκατεστημένος · αποκατεστημένη · αποκατεστημένο · αποκατεστημένου · αποκατεστημένης
- που έχει αποκατασταθεί οικονομικά, που έχει οικονομική ευρωστία, άνεση, που δεν έχει οικονομικά προβλήματα
- που έχει παντρευτεί, με την έννοια της οικονομικής αποκατάστασης αλλά και της κοινωνικής -δεν θεωρείτο πλέον περιθωριακή ως γεροντοκόρη, εντασσόταν στο κοινωνικό σύνολο και αποκαθίστατο
تحدّث عن هذه الكلمة "αποκατεστημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αποκατεστημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "αποκατεστημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {αποκατεστημένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}