αποκλίνων
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποκλίνων
Where it comes from
αποκλίνων < από το αρχαίο ρήμα ἀποκλίνω < πρόθημα απο- + ρήμα κλίνω
adjective αποκλίνων · αποκλίνοντας · αποκλίνουσα · αποκλίνον · αποκλίνοντος · αποκλίνοντα
- που αποκλίνει
- που έχει πλάγια κλίση
- που δεν ακολουθεί τις κυρίαρχες τάσεις, που εμφανίζει ιδιαιτερότητες
- ο διαφορετικός
- αποκλίνουσα σκέψη / νόηση: μόρφη σκέψης που βασίζεται στο να σκέφτεται κάποιος πολλές πρωτότυπες και ασυνήθιστες λύσεις για την επίλυση ενός προβλήματος
- αποκλίνοντες φακοί: φακοί που προκαλούν εκτροπή των παράλληλων ακτίνων
Similar: ασυνήθιστος, διαφορετικός · Opposite: συγκλίνων
Thesaurus
adjective
Similar: ασυνήθιστος, διαφορετικός · Opposite: συγκλίνων
Talk about this word "αποκλίνων." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CF%89%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026. αποκλίνων. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CF%89%CE%BD "αποκλίνων." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CF%89%CE%BD.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποκλίνων},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CF%89%CE%BD},
urldate = {2026-11-07}
}