αποκλίνων

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποκλίνων

Where it comes from

αποκλίνων < από το αρχαίο ρήμα ἀποκλίνω < πρόθημα απο- + ρήμα κλίνω

adjective αποκλίνων · αποκλίνοντας · αποκλίνουσα · αποκλίνον · αποκλίνοντος · αποκλίνοντα

  1. που αποκλίνει
  2. που έχει πλάγια κλίση
  3. που δεν ακολουθεί τις κυρίαρχες τάσεις, που εμφανίζει ιδιαιτερότητες
  4. ο διαφορετικός
  5. ψυχολογία αποκλίνουσα σκέψη / νόηση: μόρφη σκέψης που βασίζεται στο να σκέφτεται κάποιος πολλές πρωτότυπες και ασυνήθιστες λύσεις για την επίλυση ενός προβλήματος
  6. φυσική αποκλίνοντες φακοί: φακοί που προκαλούν εκτροπή των παράλληλων ακτίνων

Similar: ασυνήθιστος, διαφορετικός · Opposite: συγκλίνων

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποκλίνων." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CF%89%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποκλίνων. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CF%89%CE%BD

Chicago

"αποκλίνων." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CF%89%CE%BD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποκλίνων},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CF%89%CE%BD},
  urldate = {2026-11-07}
}