Μίκουιν

αποκοπή

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

αποκοπή

Από πού έρχεται

αποκοπή < αρχαία ελληνική ἀποκοπή < ἀποκόπτω

ουσιαστικό αποκοπή · αποκοπές · αποκοπής · αποκοπών

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκόπτω ※ Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κ’ έβγαζε ταχτικά ίσαμ’ οχτώ δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο χιλιάδες κι ο μάστορας που του δούλευε τούδωσε ένα πεντακοσάρικο μπροστάντζα κ’ έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που τούλεγε η καρδιά του, να στεφανωθή τη Βεργινία. (Κωνσταντίνος Χρη
  2. γραμματική η αποβολή του τελικού φωνήεντος μιας λέξης μπροστά από το αρχικό φωνήεν της επόμενης λέξης

Στα αγγλικά

  • cut computing: to remove and place in memory
  • apocope loss or omission of a sound or syllable from the end of a word
  • truncation act of truncating
  • severance act of severing

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"αποκοπή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποκοπή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE

Chicago

"αποκοπή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποκοπή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}