απολαμβάνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απολαμβάνω

  • a.po.laɱˈva.no

Where it comes from

απολαμβάνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπολαμβάνω < αρχαία ελληνική ἀπολαύω και ἀπολαμβάνω < ἀπό + λαμβάνω

verb απολαμβάνω · απολάμβανα · απολαύσω · απόλαυσα · απήλαυσα

  1. αντλώ ιδιαίτερη ευχαρίστηση - απόλαυση από κάτι απολαμβάνω τον καφέ μου / την ανοιξιάτικη λιακάδα / τη ζωή μου
  2. για πλεονεκτήματα ή προνόμια που μου δίνονται ※ Τα αγαπημένα παιδιά του πολιτικού συστήματος συνέχιζαν να απολαμβάνουν την εύνοια των ελεγκτών τους μέχρι τέλους. * εφημερίδα Καθημερινή, 31 Μαρτίου 2013
  3. rare, σπάνιο, νομικός όρος λαμβάνω ένα υλικό από κάποιο σωρό, μείγμα, κράμα ή πέτρωμα, μετά από σχετική επεξεργασία απολήφθηκαν 60.000 τόνοι μεταλλεύματος

In English

  • enjoy to receive pleasure or satisfaction from something

Talk about this word

Cite this
MLA

"απολαμβάνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απολαμβάνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CF%89

Chicago

"απολαμβάνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απολαμβάνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}