απολύω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απολύω

Where it comes from

1,2,3 απολύω < αρχαία ελληνική ἀπολύω < ἀπό + λύω < (σημασιολογικό δάνειο) γερμανική entlassen

:4. απολύω < μεσαιωνική ελληνική ἀπολύω < αρχαία ελληνική ἀπολύω

verb απολύω · απέλυα · θα απολύω · να απολύω · απολύοντας

  1. διώχνω εργαζόμενο από την εργασία του (μόνιμα)
  2. αποφυλακίζω, απελευθερώνω ※ Της είχαν τηλεφωνήσει πως τον είχαν απολύσει απ’ τις φυλακές της Αίγινας. (Τάσος Αθανασιάδης (1984) Οι τελευταίοι εγγονοί [μυθιστόρημα])
  3. λήγει η θητεία ενός στρατιώτη και του χορηγώ απολυτήριο
  4. για μαθητή που περατώνει τις σπουδές μιας σχολικής βαθμίδας χορηγώ απολυτήριο επιτρέποντάς του να συνεχίσει στην επόμενη βαθμίδα εκπαίδευσης
  5. vulgar, λαϊκότροπο, θρησκεία περατώνω της Θεία Λειτουργία (η άλλης ακολουθία) και συνακόλουθα αποπέμπω τους πιστούς από το ναό

In English

  • fire to terminate the employment of
  • discharge to expel or let go
  • sack informal: to remove from a job or position — see also fire
  • lay off to dismiss workers from employment

Talk about this word

Cite this
MLA

"απολύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απολύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CF%89

Chicago

"απολύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απολύω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}